Καρκίνος Τραχήλου της Μήτρας

Ορισμός-Επιδημιολογία: Ο καρκίνος του τραχήλου της μήτρας είναι μια νόσος που χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη καρκινικών κυττάρων στους ιστούς του τραχήλου της μήτρας. Οφείλεται στην εξέλιξη των ιστολογικών μεταβολών στα κύτταρα του τραχήλου, που ονομάζονται δυσπλασίες. Οι συχνότερες μορφές είναι α) ο επιθηλιακός καρκίνος, που αποτελεί το 90% των περιπτώσεων, και αναπτύσσεται στο έξω μέρος του τραχήλου, και β) το αδενοκαρκίνωμα που εμφανίζεται στο εσωτερικό μέρος του τραχηλικού καναλιού (ενδοτράχηλος).

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας περίπου 530.000 γυναίκες ετησίως διαγιγνώσκονται με καρκίνο του τραχήλου της μήτρας, ενώ περίπου 265.000 πεθαίνουν από αυτόν. Αποτελεί την 4η αιτία θανάτου από καρκίνο σε γυναίκες παγκοσμίως και τη δεύτερη στις αναπτυσσόμενες χώρες. Στην Αμερική η μέση ηλικία κατά τη διάγνωση είναι 48 έτη. Μόλις 6% των περιστατικών αφορούν ηλικιωμένες γυναίκες άνω των 85 ετών.

Ανάμεσα σε όλους τους καρκίνους, αυτός του τραχήλου της μήτρας, είναι από αυτούς που μπορούν να ελεγχθούν αποτελεσματικά μέσω προγραμμάτων προσυμπτωματικού ελέγχου, με το τεστ Παπανικολάου. Γι’ αυτό και η επίπτωση της νόσου σε κάθε χώρα εξαρτάται και από τα προγράμματα προσυμπτωματικού ελέγχου. Στις ανεπτυγμένες χώρες τα προγράμματα αυτά κατάφεραν να μειώσουν την επίπτωση και θνησιμότητα της νόσου κατά 75% τα τελευταία 50 χρόνια. Στην Ελλάδα, η εκτιμώμενη επίπτωση, για το 2012, είναι 6,2 νέα περιστατικά ανά 100.000 άτομα.

Προδιαθεσικοί παράγοντες: Η μόλυνση από τον ιό του HPV αποτελεί το σημαντικότερο αιτιολογικό παράγοντα ανάπτυξης καρκίνου του τραχήλου της μήτρας, και ειδικότερα οι υπότυποι 16 και 18. Άλλοι προδιαθεσικοί παράγοντες είναι ο μεγάλος αριθμός σεξουαλικών συντρόφων, ιστορικό σεξουαλικά μεταδιδόμενων λοιμώξεων, ανοσοκαταστολή, μεγάλος αριθμός τοκετών, κάπνισμα και λήψη αντισυλληπτικών από το στόμα.

Κλινική εικόνα: Το συχνότερο σύμπτωμα είναι η κολπική αιμορραγία. Στις ηλικιωμένες γυναίκες η διάγνωση γίνεται λόγω των μετεμμηνοπαυσιακών κολπικών αιμορραγιών. Συχνά εμφανίζονται αυξημένες κολπικές εκκρίσεις, που μπορεί να είναι και αιμορραγικές. Σε προχωρημένα στάδια εμφανίζεται πόνος και ανουρία. Παράλληλα εμφανίζονται και μη ειδικά συμπτώματα, όπως αναιμία και κόπωση.

Διάγνωση: Περίπου στο 50% των περιπτώσεων η διάγνωση γίνεται μέσω της κυτταρολογικής εξέτασης στα πλαίσια του προσυμπτωματικού ελέγχου. Ύστερα από την κυτταρολογική εξέταση, η διάγνωση θέτεται μετά από κολποσκόπηση και βιοψία από τον τράχηλο της μήτρας.