Καρκίνος Ωοθηκών

Ορισμός-Επιδημιολογία: Ο καρκίνος των ωοθηκών είναι ένας κακοήθης όγκος που προσβάλλει τη μία ή και τις δύο ωοθήκες. Υπάρχουν δύο τύποι: α) ο επιθηλιακός καρκίνος των ωοθηκών, που είναι ο πιο συχνός και οφείλεται στη μη φυσιολογική ανάπτυξη και αναπαραγωγή των επιθηλιακών κυττάρων που βρίσκονται στην επιφάνεια της ωοθήκης και β) ο μη επιθηλιακός καρκίνος των ωοθηκών, που μπορεί να αναπτυχθεί από τα γεννητικά αναπαραγωγικά κύτταρα ή από τα στρωματικά κύτταρα του συνδετικού ιστού, γύρω από την ωοθήκη.

Παγκοσμίως διαγιγνώσκονται περίπου 240.000 νέα περιστατικά καρκίνου των ωοθηκών το χρόνο. Στην Ελλάδα εκτιμάται ότι εμφανίζονται 900 περιστατικά το χρόνο. Είναι ο 7ος πιο συχνός καρκίνος στις γυναίκες παγκοσμίως και αποτελεί την 6η πιο συχνή αιτία θανάτου από καρκίνο στην Ευρώπη. Ο καρκίνος των ωοθηκών έχει τη μεγαλύτερη θνησιμότητα από όλους τους γυναικολογικούς καρκίνους παγκοσμίως.

Προδιαθεσικοί παράγοντες: Οι ακριβείς μηχανισμοί που οδηγούν στην ανάπτυξη καρκίνου των ωοθηκών είναι άγνωστοι. Οι πιο γνωστοί όμως προδιαθεσικοί παράγοντες είναι το οικογενειακό ιστορικό και η κληρονομικότητα, η μεγάλη ηλικία και προϋπάρχον καρκίνος του μαστού. Αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου των ωοθηκών εμφανίζεται σε γυναίκες όπου η μητέρα ή η αδερφή τους είχαν καρκίνο ωοθηκών, μαστού ή μήτρας, σε γυναίκες άνω των 50 ετών και σε γυναίκες με γενετική προδιάθεση. Μεταλλάξεις στα γονίδια BRCA1 ή BRCA2 αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου των ωοθηκών κατά 23-54%. Παράλληλα, μειωμένο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου έχουν οι γυναίκες που είχαν πολλές εγκυμοσύνες ή λάμβαναν αντισυλληπτικά χάπια.

Κλινική εικόνα: Τα αρχικά συμπτώματα της νόσου δεν είναι παθογνωμονικά, και συχνά συγχέονται με άλλες μη σοβαρές παθήσεις, γεγονός που καθυστερεί τη διάγνωση. Γι’ αυτό και το 70% των περιστατικών διαγιγνώσκονται σε προχωρημένο στάδιο της νόσου. Τα πιο συνήθη συμπτώματα είναι αίσθημα βάρους και πληρότητας στην κοιλιά, αύξηση του μεγέθους της κοιλιάς, λόγω εμφάνισης ασκίτη (υγρό στην κοιλιακή χώρα), διαταραχές της εντερικής λειτουργίας ή ενοχλήσεις κατά την ούρηση. Άλλα, λιγότερο συχνά συμπτώματα, είναι κόπωση, απώλεια όρεξης, κοιλιακός πόνος, κολπικές αιμορραγίες ή διαταραχές του κύκλου.

Διάγνωση: Έπειτα από την κλινική εξέταση, ένας αριθμός παρακλινικών εξετάσεων χρειάζεται για τη διάγνωση: έλεγχος του καρκινικού δείκτη CA-125, υπέρηχος ωοθηκών καθώς και αξονική ή μαγνητική τομογραφία. Η λαπαρασκόπηση συνήθως επιβάλλεται για να τεθεί η διάγνωση.