Χρόνια Λεμφογενής Λευχαιμία (ΧΛΛ)

bloodcells

Ορισμός-Επιδημιολογία: Η ΧΛΛ πηγάζει και αυτή από τα λεμφοκύτταρα και ανήκει στην κατηγορία των λεμφωμάτων. Ο συνηθέστερος τύπος προέρεχεται από τα Β-λεμφοκύτταρα (Β-ΧΛΛ). Τα καρκινικά λεμφοκύτταρα συσσωρεύονται στο αίμα και το μυελό των οστών, και συχνά στους λεμφαδένες και στο ήπαρ. 

Αποτελεί την πιο συχνή λευχαιμία στους ενήλικες, και την πιο σημαντική στη Δυτική Ευρώπη, φτάνοντας το 30% όλων των λευχαιμιών. Εμφανίζεται κυρίως στους πιο ηλικιωμένους, με το 85% των περιστατικών να διαγιγνώσκονται σε άτομα άνω των 55 ετών, με διάμεση ηλικία αυτή των 72 ετών. Μόλις το 2% των ασθενών είναι κάτω των 40 ετών. Παρατηρείται επικράτηση των αρρένων σε αναλογία 2:1. Στην Ελλάδα, εκτιμάται ότι διαγιγνώσκονται περισσότερα από 300 νέα περιστατικά το χρόνο.

Προδιαθεσικοί παράγοντες: Δεν υπάρχει κάποια γνωστός αιτιολογικός παράγοντας. Σε λίγους ασθενείς έχουν αναφερθεί κληρονομικοί παράγοντες. 

Κλινική εικόνα: Πολλοί ασθενείς δεν έχουν κανένα σύμπτωμα, κατά τη διάγνωση, η οποία γίνεται τυχαία, μέσα από εξετάσεις αίματος, λόγω της τυχαίας ανευρέσεως αυξημένου αριθμού λεμφοκυττάρων. Πολλοί ασθενείς δεν εμφανίζουν ποτέ κανένα σύμπτωμα, άλλοι παρουσιάζουν πρόοδο της νόσου, μετά από πολλά χρόνια νόσου σε ύφεση, αλλά και κάποιοι άλλοι εμφανίζουν συμπτώματα ήδη από τη φάση της διάγνωσης. Η κλινική εικόνα περιλαμβάνει ασυμπτωματική λεμφαδενοπάθεια, δηλαδή διόγκωση των λεμφαδένων, σε λαιμό, μασχάλες, κοιλιά και βουβωνική χώρα, στο 65% των περιπτώσεων. Συχνά υπάρχουν γενικά συμπτώματα, όπως κόπωση, πυρετός, νυχτερινή εφίδρωση και απώλεια βάρους, συμπτώματα λόγω αναιμίας ή αιμορραγικές εκδηλώσεις λόγω της θρομβοπενίας, διόγκωση του σπλήνα και του ήπατος, αλλά και υποτροπιάζουσες λοιμώξεις λόγω της υπογαμμασφαιριναιμίας. 

Διάγνωση: Τα διαγνωστικά κριτήρια περιλαμβάνουν την εύρεση υψηλού αριθμού λεμφοκυττάρων στο αίμα, την εξέταση μορφολογίας λεμφοκυττάρων, που είναι μικρά και ώριμα στην πλειοψηφία τους, την ανοσοφαινοτυπική μελέτη των λεμφοκυττάρων του αίματος με κυτταρομετρία ροής με χαρακτηριστικό ανοσοφαινότυπο για τη νόσο, αλλά και εξέταση διήθησης μυελού με οστεομυελική βιοψία ή μυελόγραμμα. Γίνεται παράλληλα και απεικονιστικός έλεγχος με αξονική τομογραφία. Η κλινική εξέταση παίζει σαφώς σημαντικό ρόλο στη διάγνωση, με ψηλάφηση λεμφαδένων.