Οστεοπόρωση

Οστεοπόρωση

Ορισμός- Επιδημιολογία: Η οστεοπόρωση είναι μία νόσος του σκελετού που κάνει τα οστά εύθραυστα, και αυξάνει την πιθανότητα κατάγματος. Είναι μία σοβαρή, ευρέως διαδομένη και αυξανόμενη απειλή για τη δημόσια υγεία.

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, «είναι μια νόσος που χαρακτηρίζεται από χαμηλή οστική μάζα και διαταραχή της μικροαρχιτεκτονικής των οστών, οδηγώντας σε αυξημένη ευθραυστότητα αυτών και επακόλουθη αύξηση του κινδύνου για κάταγμα». 

Ο επιπολασμός της οστεοπόρωσης αυξάνεται συνεχώς καθώς αυξάνεται ο αριθμός των μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών στο γενικό πληθυσμό. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Διεθνούς Ιδρύματος Οστεοπόρωσης αναμένεται ότι το 2010, 52 εκατομμύρια γυναίκες πάνω από 50 ετών θα έχουν οστεοπόρωση και οστεοπενία, ενώ το 2020 θα είναι 61 εκατομμύρια παγκοσμίως. Υπολογίζεται ότι, σε παγκόσμιο επίπεδο, 1 στις 3 γυναίκες και 1 στους 5 άνδρες ηλικίας άνω των 50 ετών πάσχουν από οστεοπόρωση. Στην Ελλάδα εκτιμάται ότι πάνω από 500.000 γυναίκες πάσχουν από μετεμμηνοπαυσιακή οστεοπόρωση, ενώ έχει βρεθεί ότι σε άτομα άνω των 60 χρόνων 19% των γυναικών και 11 % των ανδρών παρουσιάζουν οστεοπόρωση.

Παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση της οστεοπόρωσης
: 

  • Το φύλο. Οκτώ στους δέκα ασθενείς με οστεοπόρωση είναι γυναίκες. Από την πάθηση προσβάλλονται συχνότερα οι μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. 
  • Η ηλικία. Η επίπτωση της νόσου αυξάνεται με την αύξηση της ηλικίας. 
  • Η εμμηνόπαυση. 
  • Ιστορικό κατάγματος ως ενήλικας. 
  • Χαμηλό σωματικό βάρος. 
  • Οικογενειακό ιστορικό οστεοπόρωσης. 
  • Κάπνισμα. 
  • Κατανάλωση αλκοόλ. 
  • Χρόνια χρήση κορτικοστεροειδών.
  • Χαμηλή τεστοστερόνη στους άνδρες.

Κλινική εικόνα: Η οστεοπόρωση αναφέρεται ως μία σιωπηλή (ασυμπτωματική) νόσος, διότι οι ασθενείς δεν μπορούν να αισθανθούν ή να αντιληφθούν ότι τα οστά τους γίνονται όλο και πιο αδύναμα καθώς εξελίσσεται η νόσος. Οι ασθενείς μπορεί να εμφανίσουν πόνο στα οστά, καθώς και παραμορφώσεις σπονδυλικής στήλης σε προχωρημένο στάδιο. Συνήθως, η διάγνωση ενός ασθενούς με τη χρόνια αυτή νόσο δε γίνεται παρά μόνο μετά από την εμφάνιση ενός σχετιζόμενου με την οστεοπόρωση κατάγματος.

Τα οστεοπορωτικά κατάγματα έχουν σημαντικές επιπτώσεις στους ασθενείς όσον αφορά τη νοσηρότητα (κύφωση και αναπηρία), τις δευτερεύουσες επιπλοκές (στομάχι, κοιλιά, πνεύμονες), τη θνησιμότητα και τον αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης επικείμενων οστεοπορωτικών καταγμάτων. 

Διάγνωση: Η μέτρηση της οστικής μάζας είναι το σημαντικότερο διαγνωστικό μέσο για την οστεοπόρωση, σε συνδυασμό με τη μέτρηση ειδικών δεικτών οστεοπόρωσης που περιλαμβάνουν εξετάσεις στο αίμα και στα ούρα, όπως η μέτρηση ασβεστίου. 

Η μέτρηση της οστικής μάζας ή οστικής πυκνομετρίας είναι μία απλή εξέταση εκτίμησης της περιεκτικότητας του σκελετού μας σε άλατα ασβεστίου. Η διάγνωση γίνεται και με ακτινογραφίες αλλά όταν φανεί στην ακτινογραφία οστεοπόρωση, η απώλεια του οστού είναι ήδη μεγάλη.

Στόχος της θεραπευτικής αγωγής είναι η αύξηση της οστικής μάζας και η μείωση του κινδύνου εμφάνισης οστεοπορωτικών καταγμάτων.