Κυτταρομεγαλοϊός

Virology

Ορισμός – Επιδημιολογία: Ο Κυτταρομεγαλοϊός (CMV) είναι ένας κοινός ιός που ανήκει στην οικογένεια των ερπητοιών. Οι ιοί αυτοί έχουν το κοινό χαρακτηριστικό να παραμένουν σε λανθάνουσα κατάσταση στο σώμα του ανθρώπου για μεγάλα χρονικά διαστήματα.

Υπολογίζεται ότι 50-80% όλων των ενηλίκων έχει μολυνθεί με το CMV ιό, αλλά το ποσοστό ποικίλλει ανάλογα την περιοχή και την κοινωνικοοικονομική κατάσταση. Η συχνότητα των ατόμων που μολύνονται από τον ιό CMV αυξάνεται με την ηλικία, και είναι μεγαλύτερη στις γυναίκες από τους άνδρες. Στην Ελλάδα το ποσοστό των ατόμων που έχει αναπτύξει αντισώματα για τη νόσο, υπολογίζεται στο 90%.

Τρόποι μετάδοσης: Ο CMV βρίσκεται στο σίελο, στα ούρα, στο αίμα, στο σπέρμα, στα κολπικά υγρά, στα κόπρανα και στο μητρικό γάλα των μολυσμένων ατόμων. Μεταδίδεται με στενή επαφή (φιλί, σεξουαλική επαφή), με μεταμόσχευση οργάνων από οροθετικό δότη, από τη μητέρα στο κύημα (είτε μέσω του πλακούντα (ενδομητρίως), είτε κατά τον τοκετό ή το θηλασμό και με σχετικά μικρή πιθανότητα), καθώς και με μετάγγιση μολυσμένου αίματος.

Κλινική εικόνα: Στα άτομα με φυσιολογικό ανοσοποιητικό σύστημα δεν εμφανίζεται συνήθως κανένα σύμπτωμα. Ύστερα από την πρωτοπαθή λοίμωξη ο ιός συνήθως παραμένει εφ’ όρου ζωής αλλά δε δίνει περαιτέρω συμπτώματα. Τα συμπτώματα που μπορούν να εμφανισθούν είναι χαμηλός πυρετός, και μπορεί να ακολουθήσει λεμφαδενίτιδα και σημεία ηπατίτιδας. Στα ανοσοκατεσταλμένα άτομα όμως, ο ιός μπορεί να προσβάλλει πολλά όργανα και να εκδηλωθεί με λοιμώξεις, όπως πνευμονία, γαστρεντερίτιδα, ηπατίτιδα, εγκεφαλίτιδα. Οι λοιμώξεις αυτές μπορεί να είναι και θανατηφόρες.

CMV λοίμωξη σε μεταμοσχευθέντες ασθενείς

Οι λήπτες μοσχεύματος είναι μια κατηγορία που διατρέχει υψηλό κίνδυνο για λοίμωξη από CMV επειδή πρέπει να παίρνουν φάρμακα που καταστέλλουν το ανοσοποιητικό σύστημά τους. O CMV είναι μία σοβαρή λοίμωξη που προκαλεί επιπλοκές στη μεταμόσχευση συμπαγούς μοσχεύματος και εμφανίζεται συνήθως κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών μετά τη μεταμόσχευση. Ο κυτταρομεγαλοϊός παρατηρείται μέχρι και στο 75% όλων των ληπτών συμπαγούς μοσχεύματος Και είναι μια σημαντική αιτία νοσηρότητας και θνησιμότητας κατά τη διάρκεια των πρώτων έξι μηνών μετά τη μεταμόσχευση.

Διάγνωση: Η διάγνωση γίνεται μέσα από την αναζήτηση αντισωμάτων έναντι του ιού, είτε με αναζήτηση του DNA του ιού με τεχνικές PCR, σε δείγμα αίματος. Για τη διάγνωση προσβολής κάποιου οργάνου από τον ιό, μπορεί να απαιτούνται κατευθυνόμενες εξετάσεις, όπως βρογχοσκόπηση με λήψη δείγματος σε περίπτωση πνευμονίας.