Ιός Ηπατίτιδας C

patient

Ορισμός- Επιδημιολογία: Ο ιός της ηπατίτιδας C είναι ένας μικρός RNA που προκαλεί τη νόσο της Ηπατίτιδας C, η οποία είναι μια λοίμωξη του ήπατος. 

Σε όλο τον κόσμο περισσότεροι από 185 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν μολυνθεί από αυτή το δυνάμει θανατηφόρο ή απειλητικό για τη ζωή ιό. Ο ιός της ηπατίτιδας C προκαλεί φλεγμονή του ήπατος και όταν η νόσος εξελιχθεί σε χρόνια, μπορεί να οδηγήσει σε ίνωση του ήπατος (κίρρωση), σε ηπατική ανεπάρκεια και καρκίνο. Σήμερα, η ηπατική ανεπάρκεια λόγω χρόνιας ηπατίτιδας C είναι η κύρια αιτία μεταμόσχευσης ήπατος. Περίπου 80% των ασθενών με οξεία λοίμωξη, αναπτύσσουν και χρόνια λοίμωξη. 

Τρόποι μετάδοσης: Ο ιός της ηπατίτιδα C μεταδίδεται με το αίμα και τα προϊόντα του αίματος, π.χ. με ενδοφλέβια χορήγηση φαρμάκων, με κοινή χρήση βελονών και συριγγών, με τα μικρά κοψίματα που προκαλούνται για παράδειγμα από ξυράφια κλπ. Γι’αυτό και παρατηρείται συχνά σε χρήστες ενδοφλέβιων ουσιών. Πριν την εισαγωγή των εξετάσεων μαζικού ελέγχου του αίματος το 1992, η ηπατίτιδα C μεταδιδόταν και με τις μεταγγίσεις αίματος. Σπανίως η νόσος μεταδίδεται σεξουαλικά. 

Κλινική εικόνα: Η ηπατίτιδα C παρουσιάζει οξέα συμπτώματα μόλις στο 15% των περιπτώσεων. Τα συμπτώματα είναι τις περισσότερες φορές ήπια και ασαφή, συμπεριλαμβανομένων της μειωμένης όρεξης, της κούρασης, της ναυτίας, των πόνων στους μύες ή τις αρθρώσεις και της απώλειας βάρους. Η λοίμωξη υποχωρεί χωρίς θεραπεία στο 30-50% των ανθρώπων, κυρίως σε παιδιά, σε νεαρές γυναίκες και στους χρήστες ενδοφλέβιων ουσιών.

Διάγνωση: Η διάγνωση γίνεται μέσα από την αναζήτηση αντισωμάτων έναντι του ιού της ηπατίτιδας C με τεχνική ELISA, στο αίμα. Τα αντισώματα αυτά εμφανίζονται περίπου 2 βδομάδες μετά τη λοίμωξη. Σε ανοσοκατεσταλμένα άτομα όμως μπορεί να καθυστερήσει η εμφάνιση των αντισωμάτων έως και 1 χρόνο, οπότε η διάγνωση μπορεί να γίνει με τεχνικές PCR, πάλι σε εξετάσεις αίματος.