Νεφρική Αναιμία
Η αναιμία είναι μία παθολογική κατάσταση του οργανισμού, στην οποία η ποσότητα των ερυθρών αιμοσφαιρίων (ερυθροκύτταρα) στο αίμα είναι μικρότερη του φυσιολογικού. Ένας καλός δείκτης της αναιμίας είναι ο εργαστηριακός προσδιορισμός της αιμοσφαιρίνης.
Η αιμοσφαιρίνη είναι μία εξειδικευμένη πρωτεΐνη, που βρίσκεται αποκλειστικά στα ερυθροκύτταρα και προσδίδει σε αυτά την ικανότητα να μεταφέρουν οξυγόνο, από τους πνεύμονες στους διάφορους ιστούς και όργανα, και διοξείδιο του άνθρακα από τους ιστούς στους πνεύμονες, από όπου και αποβάλλεται. Στην αναιμία, λόγω του ελλειπούς αριθμού ερυθροκυττάρων, η συγκέντρωση της αιμοσφαιρίνης στο αίμα βρίσκεται κάτω από τα αναγκαία επίπεδα για την επαρκή οξυγόνωση των οργάνων του σώματος και των ιστών.
Ένα από τα πιθανά αίτια της αναιμίας είναι η χρόνια νεφρικής νόσος (ΧΝΝ). Σε αυτή την περίπτωση αναφέρεται ως Νεφρική Αναιμία. Περίπου 25% των ασθενών με χρόνια νεφρική νόσο πρώιμου σταδίου έχουν Νεφρική Αναιμία και η συχνότητά της αυξάνεται σε περίπου 90% στο τελικό στάδιο, όταν η αιμοδιύλιση καθίσταται απαραίτητη. Η αναιμία προκαλεί εξασθένηση και κόπωση, επηρεάζει τη γνωστική λειτουργία και έχει αρνητική επίπτωση στην ποιότητα ζωής. Επίσης, συμβάλλει στην εμφάνιση και την εξέλιξη καρδιαγγειακής νόσου και συνδέεται με αυξημένη νοσηλεία, κόστος περίθαλψης και θνησιμότητα σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο.
Η κύρια αιτία της Νεφρικής Αναιμίας είναι μια αδυναμία των νεφρών να εκκρίνουν επαρκή ερυθροποιητίνη, την ορμόνη δηλαδή που ρυθμίζει την παραγωγή ερυθρών αιμοσφαιρίων. Σήμερα, η χορήγηση ερυθροποιητικών παραγόντων (ESA, erythropoiesis stimulating agents) και/ή σιδήρου είναι η καθιερωμένη θεραπεία για τη νεφρική αναιμία σε με ΧΝΝ.