ΧΛΛ
Η χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία είναι η πιο συχνή μορφή λευχαιμίας σε ενήλικες, αποτελώντας το 30%-40% του συνόλου των περιστατικών λευχαιμίας. Η επίπτωσή της είναι τρεις άνθρωποι ανά 100.000, στους δε άνδρες εκδηλώνεται με διπλάσια συχνότητα. Στην Ελλάδα, εκτιμάται ότι διαγιγκώσκονται περισσότερα από 300 νέα περιστατικά το χρόνο.
Πρόκειται για μια βραδείας εξέλιξης νόσο, με αποτέλεσμα το 70% έως 80% των περιστατικών να διαγιγνώσκονται μετά την ηλικία των 55 ετών. Τα αίτια για την εκδήλωσή της είναι σε μεγάλο βαθμό άγνωστα, ωστόσο «ενοχοποιούνται» γενετικοί παράγοντες, διαταραχές του ανοσοποιητικού και πιθανόν κάποιοι ιοί.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, η διάγνωση γίνεται τυχαία, καθώς το 30% έως 60% των ασθενών δεν έχουν συμπτώματα. Οταν υπάρχουν συμπτώματα, αυτά είναι συνήθως διογκωμένοι λεμφαδένες στο λαιμό, τις μασχάλες, την κοιλιά και τη βουβωνική χώρα. Άλλα συμπτώματα της ασθένειας είναι οι υποτροπιάζουσες λοιμώξεις, η ακούσια απώλεια βάρους, ο πυρετός που επιμένει, η νυχτερινή εφίδρωση, η αναιμία, η υπερβολική κόπωση, το αίσθημα πληρότητας της κοιλιάς, η αιμορραγία κατά το βούρτσισμα των δοντιών ή μετά το φύσημα της μύτης και τα ίχνη αίματος στα ούρα.
Η διαρκής επιστημονική έρευνα προσφέρει τα τελευταία χρόνια σημαντικές θεραπείες. Η πρόοδος στη μοριακή βιολογία οδήγησε πρόσφατα στην ανακάλυψη ενός μονοκλωνικού αντισώματος, το οποίο χορηγείται ήδη με επιτυχία στην αντιμετώπιση του μη-Hodgkin λεμφώματος. Πρόκειται για τη ριτουξιμάμπη, η οποία δρα με έναν πολύ επιλεκτικό τρόπο: αρχικά, δεσμεύεται στο αντιγόνο CD20, μία πρωτεΐνη η οποία βρίσκεται στην επιφάνεια των υγιών αλλά και των κακοήθων Β-κυττάρων. Στη συνέχεια, επιστρατεύει τους φυσικούς μηχανισμούς άμυνας του σώματος, προκειμένου να επιτεθεί και να καταστρέψει τα Β-κύτταρα. Τα αρχέγονα κύτταρα (προγονικά Β-κύτταρα) στο μυελό των οστών δεν διαθέτουν το αντιγόνο CD20, επιτρέποντας έτσι την αναγέννηση των υγιών Β-κυττάρων μετά τη θεραπεία και την επιστροφή της συγκέντρωσης των Β-κυττάρων στα φυσιολογικά επίπεδα ύστερα από μερικούς μήνες.