Ορισμός- Επιδημιολογία: Ο καρκίνος των ωοθηκών είναι ένας κακοήθης όγκος που προσβάλλει τη μία ή και τις δύο ωοθήκες. Υπάρχουν δύο τύποι: α) ο επιθηλιακός καρκίνος των ωοθηκών, που είναι ο πιο συχνός και οφείλεται στη μη φυσιολογική ανάπτυξη και αναπαραγωγή των επιθηλιακών κυττάρων που βρίσκονται στην επιφάνεια της ωοθήκης και β) ο μη επιθηλιακός καρκίνος των ωοθηκών, που μπορεί να αναπτυχθεί από τα γεννητικά αναπαραγωγικά κύτταρα ή από τα στρωματικά κύτταρα του συνδετικού ιστού, γύρω από την ωοθήκη. Επηρεάζει κυρίως γυναίκες που έχουν μεταβεί στην περίοδο της εμμηνόπαυσης και το ½ των περιπτώσεων του καρκίνου των ωοθηκών εντοπίζονται σε γυναίκες άνω των 65 ετών.1

Παγκοσμίως διαγιγνώσκονται πάνω από 310.000 νέες περιπτώσεις καρκίνου των ωοθηκών το χρόνο. Στην Ελλάδα 1020 νέες περιπτώσεις καταγράφηκαν το 2020.2

Προδιαθεσικοί παράγοντες

Οι ακριβείς μηχανισμοί που οδηγούν στην ανάπτυξη καρκίνου των ωοθηκών είναι άγνωστοι. Ωστόσο, υπάρχουν κάποιοι παράγοντες που αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισης του καρκίνου των ωοθηκών και είναι οι ακόλουθοι: 

  • το οικογενειακό ιστορικό (ύπαρξη μιας στενής συγγενούς. Όπως μητέρας ή αδερφής με ιστορικό γυναικολογικού καρκίνου),

  • η ηλικία - οι περισσότερες περιπτώσεις διαγιγνώσκονται σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες

  • ο τρόπος ζωής πχ η παχυσαρκία, το κάπνισμα και η έλλειψη άσκησης

  • το ατομικό γυναικολογικό ιστορικό όπως η ενδομητρίωση και οι κύστες ωοθηκών καθώς και η θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης 

  • γενετικοί παράγοντες όπως συγκεκριμένες γενετικές μεταλλάξεις στα γονίδια BRCA1 ή BRCA2, οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου των ωοθηκών 

Αντιθέτως, μειωμένο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου έχουν οι γυναίκες που είχαν πολλές εγκυμοσύνες ή λάμβαναν αντισυλληπτικά χάπια.3,4

Κλινική εικόνα: Τα συμπτώματα του καρκίνου των ωοθηκών δεν είναι συγκεκριμένα και μπορούν να αποδοθούν σε άλλες λιγότερο σοβαρές καταστάσεις. Για αυτό τον λόγο, η διάγνωση γίνεται συνήθως σε πιο προχωρημένο στάδιο κι έτσι τα ποσοστά επιβίωσης είναι πολύ χαμηλά. Τα πιο συχνά συμπτώματα είναι ο πόνος στην κοιλιά ή την πύελο, ο οποίος επιμένει, το επίμονο φούσκωμα της κοιλιάς (όχι το φούσκωμα που έρχεται και φεύγει), η αίσθηση πληρότητας μετά από κατανάλωση ακόμη και μικρής ποσότητας τροφής, η συχνοουρία, η κόπωση, η απώλεια της όρεξης κι άλλα.5,6

Διάγνωση: Μέχρι σήμερα δεν έχει βρεθεί μία αξιόπιστη μέθοδος για την ανίχνευση του καρκίνου των ωοθηκών. Συχνά η διάγνωση βασίζεται είτε σε μια εξέταση αίματος κατά την οποία ανιχνεύεται υψηλή ποσότητα μιας πρωτεΐνης, η οποία λέγεται CA125 είτε σε απεικονιστικές εξετάσεις, όπως ο υπέρηχος κοιλίας ή η αξονική τομογραφία, χωρίς όμως οι παραπάνω εξετάσεις να είναι απόλυτα ειδικές και γι’ αυτό η επιβεβαίωση της νόσου και η τελική διάγνωση γίνεται με βιοψία της ύποπτης βλάβης.

Πρόσφατα δεδομένα δείχνουν ότι η διαδικασία της διάγνωσης μπορεί να διευκολυνθεί με την χρήση του αλγόριθμου ROMA (Risk of Ovarian Malignancy Algorithm). O συγκεκριμένος αλγόριθμος μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην εκτίμηση κινδύνου για καρκίνο ωοθηκών σε ασθενείς με μάζα στην πυελική χώρα. Ο αλγόριθμος υπολογίζει την πιθανότητα εύρεσης επιθηλιακού καρκίνου ωοθηκών στο χειρουργείο. Χρησιμοποιεί συνδυαστικά τις μετρήσεις στο αίμα του γνωστού δείκτη CA125 και του νέου δείκτη ΗΕ4 (Human Epididymis Protein 4 ή Ανθρώπινη Πρωτεΐνη Επιδιδυμίδας) και λαμβάνει υπόψη αν η γυναίκα είναι προεμμηνοπαυσιακή ή μεταεμμηνοπαυσιακή.  Ο δείκτης ΗΕ4 έχει υψηλή ευαισθησία και ειδικότητα για τον καρκίνο των ωοθηκών καθώς παρουσιάζει αυξημένες τιμές στις περισσότερες ασθενείς με πρώιμη ή προχωρημένη νόσο ενώ σπανίως έχει αυξημένη τιμή σε καλοήθεις γυναικολογικές παθήσεις. Με τον παραπάνω συνδυασμό, ο αλγόριθμος ROMA επιτρέπει τη διαστρωμάτωση των γυναικών σε ομάδες χαμηλού και υψηλού κινδύνου. 

Δεδομένου ότι οι ασθενείς με επιθηλιακό καρκίνο ωοθηκών έχουν καλύτερη έκβαση όταν απευθύνονται σε εξειδικευμένα κέντρα για τη συγκεκριμένη νόσο, η χρήση του αλγορίθμου πριν από το χειρουργείο, μπορεί να καθορίσει αν η γυναίκα χρειάζεται να απευθυνθεί σε εξειδικευμένο κέντρο και να διευκολύνει τη διάγνωση και τη θεραπευτική προσέγγιση.

Έπειτα από την κλινική εξέταση, ένας αριθμός παρακλινικών εξετάσεων χρειάζεται για τη διάγνωση: έλεγχος του καρκινικού δείκτη CA125, υπέρηχος ωοθηκών καθώς και αξονική ή μαγνητική τομογραφία. Η λαπαρασκόπηση συνήθως επιβάλλεται για να τεθεί η διάγνωση.7

Βιβλιογραφικές πηγές

  1. American Cancer Society, διαθέσιμο από https://www.cancer.org/cancer/ovarian-cancer/causes-risks-prevention/risk-factors.html 

  2. International Agency for Research on Cancer, διαθέσιμο σε  https://gco.iarc.fr/tomorrow/en/dataviz/isotype?cancers=25&single_unit=50&sexes=2&populations=300

  3. Permuth-Wey J, Sellers TA. Epidemiology of ovarian cancer. Methods Mol Biol. 2009;472:413-37

  4. National Cancer Institute, https://www.cancer.gov/about-cancer/causes-prevention/genetics/brca-fact-sheet. Last accessed February 2023

  5. Goff BA, et al. Cancer 2000;89:2068–75

  6. Goff BA, et al. JAMA 2004;291:2705–12

  7. Ledermann GE, et al. Ann Oncol 2013;24(Suppl 6):vi24-vi32

M-GR-00001182

Οι πληροφορίες που παρέχονται σε αυτό το διαδικτυακό χώρο σχετικά με τα προϊόντα απευθύνονται σε πολλούς διαφορετικούς αποδέκτες και ενδέχεται να περιλαμβάνουν στοιχεία που δεν είναι διαθέσιμα ή έγκυρα σε άλλες χώρες. Σας γνωστοποιούμε ότι δεν φέρουμε καμία ευθύνη για τυχόν πρόσβασή σας σε πληροφορίες που δεν είναι συμβατές με το νομοθετικό και ρυθμιστικό πλαίσιο στη χώρα προέλευσής σας ή με τον τρόπο έγκρισης και χρήσης σε αυτήν.Επίσης, μπορεί να παρέχονται πληροφορίες για προϊόντα σε παγκόσμιο επίπεδο χωρίς τα προϊόντα αυτά να είναι διαθέσιμα σε όλες τις χώρες.